Βασικός Εργαζόμενος (Κρίσιμος Ρόλος)
Ένας εργαζόμενος του οποίου ο ρόλος είναι απαραίτητος για τις βασικές λειτουργίες ή, με ευρύτερη έννοια, για τις βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Ο όρος βασικός εργαζόμενος έχει δύο συναφείς σημασίες. Εντός ενός οργανισμού περιγράφει ένα άτομο του οποίου οι δεξιότητες ή η γνώση είναι τόσο κρίσιμες, ώστε η απουσία ή η αποχώρησή του θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία.
Ευρύτερα, σε κοινωνικό επίπεδο, αναφέρεται στους εργαζομένους σε βασικές υπηρεσίες — όπως η υγεία, οι κοινωφελείς υπηρεσίες και ο επισιτιστικός εφοδιασμός — των οποίων οι ρόλοι είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της κοινωνίας.
Ο προσδιορισμός βασικών εργαζομένων και κρίσιμων ρόλων υποστηρίζει τον σχεδιασμό διαδοχής, τις προσπάθειες διατήρησης και τον σχεδιασμό επιχειρησιακής συνέχειας.








































