Απόδοση & Κουλτούρα • 8 ΛΕΠΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ
Διαχείριση Χαμηλής Απόδοσης: Μια Δίκαιη και Αποτελεσματική Προσέγγιση
MAY 30, 2026
Η διαχείριση της υποαπόδοσης είναι μία από τις πιο δύσκολες πτυχές της ηγεσίας ανθρώπων. Ακολουθεί ένα πλαίσιο που είναι ταυτόχρονα δίκαιο για τον εργαζόμενο και αποτελεσματικό για την οργάνωση.
Διαγνώστε πριν δράσετε
Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε τυπικής διαδικασίας διαχείρισης απόδοσης, ένας καλός manager και ο HR partner διαγιγνώσκουν τη βασική αιτία της υποαπόδοσης. Οι πιο συνηθισμένες αιτίες είναι: έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τις προσδοκίες (ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει πώς μοιάζει η καλή απόδοση σε αυτόν τον ρόλο), έλλειψη ικανότητας (ο εργαζόμενος δεν διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες), έλλειψη πόρων ή υποστήριξης (ο εργαζόμενος δεν έχει λάβει τα εργαλεία ή την καθοδήγηση που χρειάζεται για να αποδώσει) ή ένα ζήτημα κινήτρου (ο εργαζόμενος είναι ικανός αλλά αποστασιοποιημένος). Κάθε βασική αιτία απαιτεί διαφορετική παρέμβαση. Μόνο η τέταρτη αντιμετωπίζεται καταλληλότερα μέσω μιας τυπικής διαδικασίας βελτίωσης απόδοσης.
Το σχέδιο βελτίωσης απόδοσης
Ένα σχέδιο βελτίωσης απόδοσης (PIP) είναι ένα δομημένο, χρονικά περιορισμένο σχέδιο που καθορίζει συγκεκριμένες, μετρήσιμες προσδοκίες απόδοσης, την υποστήριξη που θα παράσχει η οργάνωση και το χρονοδιάγραμμα για βελτίωση. Ένα καλά σχεδιασμένο PIP είναι μια γνήσια ευκαιρία επίλυσης του ζητήματος απόδοσης: θέτει σαφείς προσδοκίες, παρέχει υποστήριξη και δίνει στον εργαζόμενο μια δίκαιη ευκαιρία. Ένα κακώς σχεδιασμένο PIP είναι φάκελος τεκμηρίωσης για προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Η διαφορά είναι αν το σχέδιο σχεδιάστηκε με γνήσια πρόθεση υποστήριξης της βελτίωσης ή πρωτίστως για να ικανοποιήσει μια διαδικασία HR πριν από απόλυση.












































